Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Πολιτικές Δολοφονίες: Σαντάτ, Τρότσκι


Ο βίαιος θάνατος αυτών των ηγετών από τις σφαίρες ή το μαχαίρι κάποιου δολοφόνου είχαν μακροχρόνιες συνέπειες στην παλαιότερη και την πρόσφατη Ιστορία. «ΤΑ ΝΕΑ» παρουσιάζουν ένα αφιέρωμα σε δολοφονίες που άλλαξαν για πάντα το πρόσωπο του κόσμου.

Πηγαίνοντας στο Ισραήλ υπέγραψε την καταδίκη του

Μόνο έκπληξη δεν ήταν. Το περίμενε και ο ίδιος: «Θα είναι μεγάλη τιμή για εμένα να σκοτωθώ. Οι άνθρωποι της ειρήνης προσελκύουν τους δολοφόνους», είχε δηλώσει.

Οι συνωμότες τον γάζωσαν με 15 σφαίρες ενός Καλάσνικοφ. Βέβαια, κάποιοι θα έλεγαν πως τα ήθελε και τα έπαθε. Στις 20 Νοεμβρίου 1977, ο Ανουάρ Σαντάτ έβαλε στο κεφάλι του την κίπα, το εβραϊκό καπελάκι, και επισκέφθηκε το Γιαντ Βασέμ, το μνημείο του Ολοκαυτώματος. Ολοι αναρωτήθηκαν πόσες ώρες θα επιζούσε έπειτα απ΄ αυτή την ιεροσυλία. Μέσα σ΄ ένα 24ωρο είχε γκρεμίσει τα ιερότερα αραβικά ταμπού: είχε προσγειωθεί στο Ισραήλ και είχε σφίξει το χέρι του Μεναχέμ Μπέγκιν, του Μοσέ Νταγιάν, της Γκόλντα Μέιρ, ορκισμένων εχθρών των αραβικών λαών. Στη διάρκεια της ομιλίας του ενώπιον της Κνεσέτ, του ισραηλινού Κοινοβουλίου, πολλοί τσιμπιούνταν για να βεβαιωθούν πως δεν ονειρεύονται.

Οι φονιάδες του έδωσαν τρία χρόνια. Οσο είχε χρειαστεί για να διαπραγματευθεί και να υπογράψει την ειρήνη με το Ισραήλ και να εκκενώσει ολόκληρο το Σινά, διώχνοντας και τους εβραίους εποίκους. Και για να ανοίξει και πάλι τη διώρυγα του Σουέζ στη ναυσιπλοΐα και να στρέψει τη χώρα του στον τουρισμό. Σινά, διώρυγα, τουρισμός: οι τρεις πρώτοι φυσικοί πόροι της σημερινής Αιγύπτου. Ηταν μια τεράστια ευεργεσία, που οφειλόταν μόνον σε έναν άνθρωπο. Αλλά και ασυγχώρητο αμάρτημα για τους τρελούς του Θεού. Ο άνθρωπος αυτός έπρεπε να πεθάνει.

Τίποτε δεν προδιέγραφε αυτό το μέλλον για τον Ανουάρ Σαντάτ. Ως νεαρός αξιωματικός είχε επιλέξει το στρατόπεδο του Χίτλερ, όπως είχε κάνει και το μεγαλύτερο μέρος της αραβικής ελίτ. Ηταν τότε μέλος των ισλαμιστών Αδελφών Μουσουλμάνων, αλλά μετά ακολούθησε τον Νάσερ και την επανάσταση, για να καταλήξει το 1970 Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Πήρε την εξουσία εν μέσω ερειπίων. Η διώρυγα και όλο το ανατολικό τμήμα της χώρας είχε καταληφθεί από τον ισραηλινό στρατό, η Αίγυπτος στραγγαλιζόταν. Ο Σαντάτ έβαλε έναν και μοναδικό στόχο: την απελευθέρωση των κατεχόμενων εδαφών. Την πέτυχε σε δύο χρόνους: με τον πόλεμο του 1973, τον οποίο έχασε αλλά διέσωσε την τιμή του· και κάνοντας ειρήνη με το Ισραήλ, με τη δεξιά του Μπέγκιν, η οποία τα επέστρεψε όλα, έως και τον τελευταίο κόκκο της άμμου του Σινά. Οταν όμως φόρεσε την κίπα, υπέγραψε τον θάνατό του.

Εκείνο το πρωί, στις 6 Οκτωβρίου 1981, ο Σαντάτ παρακολουθούσε μια στρατιωτική παρέλαση. Οι άνθρωποί του τον είχαν ικετέψει να αφήσει τον (νυν πρόεδρο της Αιγύπτου) Μουμπάρακ να παραστεί στη θέση του. Τον είχαν παρακαλέσει να φορέσει αλεξίσφαιρο γιλέκο. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτε. Οι τέσσερις συνωμότες πήδησαν από ένα στρατιωτικό φορτηγό που δήθεν είχε πάθει βλάβη και γάζωσαν το προεδρικό θεωρείο μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Ο επικεφαλής των δολοφόνων, ο Χάλεντ Ισλαμπούλι, εκτελέστηκε μαζί με τους τρεις κομπάρσους του αλλά δεν ξεχάστηκε. Σε μια επίδειξη... αναγνώρισης της πράξης του Χάλεντ Ισλαμπούλι, το Ιράν έδωσε το όνομά του σ΄ έναν δρόμο της Τεχεράνης. Ομως οι δολοφόνοι του Σαντάτ δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πολιτική της Αιγύπτου.


Ο σύντροφος κρατούσε τσεκούρι...

Γιατί με τσεκούρι και όχι με μια βόμβα ή ένα πιστόλι; Η δολοφονία του Τρότσκι κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην Ιστορία για τον τρόπο που επέλεξε ο ισπανός κομμουνιστής Ραμόν Μερκάντερ να κόψει το νήμα της ζωής του θεωρητικού της Παγκόσμιας Επανάστασης. Σε αντίθεση με τον Στάλιν που έβλεπε παντού εχθρούς και επίδοξους δολοφόνους, ο ιδρυτής του Κόκκινου Στρατού δεν λάμβανε καν τα στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας στην εξορία του στο Μεξικό για να προστατευθεί από τις μηχανορραφίες του πανίσχυρου διώκτη του.

Η φλόγα της «εξαγωγής της επανάστασης» δεν είχε σβήσει ποτέ για τον Τρότσκι και οι συναντήσεις με διάφορους συντρόφους ήταν μέρος του καθημερινού του προγράμματος στην εξορία. Ετσι, ο Ραμόν Μερκάντερ- αλλιώς Φρανκ Τζάκσον- δεν δυσκολεύθηκε καθόλου να μπει στο σπίτι, στο Κογιοακάν, στις 20 Αυγούστου του 1940. Για το πρόσωπό του, εξάλλου, είχε εγγυηθεί η ερωμένη του Τρότσκι και πιστή τροτσκίστρια, Σίλβια Αγγέλοφ.

Οι προειδοποιήσεις, πάντως, δεν είχαν λείψει. Ο γιος του Τρότσκι, Λέον Σέντοφ, είχε δολοφονηθεί δύο χρόνια νωρίτερα σε ένα νοσοκομείο του Παρισιού. Λίγους μήνες πριν από το χτύπημα με το μοιραίο τσεκούρι, ένας πληρωμένος δολοφόνος στη Μόσχα είχε πετάξει στο δωμάτιο του μεγάλου θεωρητικού του Μαρξισμού δύο χειροβομβίδες. Για όποιον γνώριζε τον Στάλιν, η σκληρότητα του Μερκάντερ και των συντρόφων του δεν είχε τίποτε το παράξενο.

Ο Τρότσκι δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να καταγγέλλει την παραμόρφωση του μπολσεβικισμού από τον γεωργιανό σατράπη. Ο Τρότσκι θάφτηκε στον κήπο του σπιτιού στο Κογιοακάν.

Ο Ραμόν Μερκάντερ καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια κάθειρξη και μετά την αποφυλάκισή του πήγε στη Μόσχα, όπου πέθανε το 1978. Στον τάφο του μπορεί να διαβάσει κανείς: «Λόπες Ραμόν Ιβάνοβιτς, ήρωας της Σοβιετικής Ενωσης».

πηγή: ΤΑ ΝΕΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin